Перевод: со всех языков на греческий

с греческого на все языки

) η σημασία

  • 1 önem

    σημασία, σπουδαιότητα, κρισιμότητα

    Türkçe-Yunanca Sözlük > önem

  • 2 importance

    σημασία

    Dictionnaire Français-Grec > importance

  • 3 importance

    σημασία

    English-Greek new dictionary > importance

  • 4 doniosłość

    σημασία

    Słownik polsko-grecki > doniosłość

  • 5 ważkość

    σημασία

    Słownik polsko-grecki > ważkość

  • 6 ważność

    σημασία

    Słownik polsko-grecki > ważność

  • 7 значение

    значение с 1) (смысл ) η έν νοια 2) (важность ) η σημασία иметь \значение έχω σημασία при давать \значение δίνω σημασία
    * * *
    с
    1) ( смысл) η έννοια
    2) ( важность) η σημασία

    име́ть значе́ние — έχω σημασία

    придава́ть значе́ние — δίνω σημασία

    Русско-греческий словарь > значение

  • 8 значение

    значен||ие
    с
    1. (смысл) ἡ σημασία, ἡ ἔννοια, τό νόημα:
    прямое (переносное) \значение слова ἡ κύρια (ή μεταφορική) σημασία τής λέξης·
    2. (важность) ἡ σημασία, ἡ σπουδαιότητα [-ης]:
    придавать чему́-л. большое \значение δίνω μεγάλη σημασία σέ κάτι· не придавать \значениеия чему-л. δέν δίνω σημασία σέ κάτι· не имеет \значениеия δέν ἔχει σημασία

    Русско-новогреческий словарь > значение

  • 9 значение

    ουδ.
    1. σημασία, έννοια, νόημα•

    значение слов σημασία των λέξεων•

    прямое слов κυριολεξία•

    переносное значение слова μεταφορική σημασία της λέξης.

    2. σπουδαιότητα•

    историческое значение ιστορική σημασία•

    придавать значение δίνω (προσδίδω) σημασία•

    это не имеет никакого -я αυτό δεν έχει καμιά σημασία•

    мстного -я τοπικής σημασίας.

    Большой русско-греческий словарь > значение

  • 10 смысл

    -а (-у) α.
    1. παλ. ο νους• το λογικό.
    2. έννοια, νόημα• σημασία•

    смысл слова η έννοια της λέξης•

    смысл событий το νοημάτων γεγονότων•

    прямой смысл слова η κυρ ιολεξια της λέξης•

    переносный смысл слова η μεταφορική σημασία της λέξης•

    придать смысл προσδίδω έννοια ή νόημα ή σημασία•

    в широком -е слова με την πλατιά σημασία της λέξης•

    в буквальном -е слова με την κυριολεξία της λέξης.

    3. λογική βάση, περιεχόμενο• σκοπός•

    в чём смысл этой затеи? ποιος ο σκοπός αυτής της πρόθεσης; || ωφέλεια, όφελος.

    εκφρ.
    здравый смысл – ο κοινός νους•
    в -е чего ή в каком -е – σχετικά, όσον αφορά•
    в -е кого-чего – με τη σημασία, υπονοώντας•
    в полном -е слова – με όλη τη σημασία της λέξης.

    Большой русско-греческий словарь > смысл

  • 11 важно

    важно предик, έχει σημασία, ενδιαφέρει это не \важно δεν είναι τίποτα το σπουδαίο* для меня очень \важно...για μένα έχει σημασία... мне \важно знать... το βασικό είναι να ξέρω...
    * * *
    предик.
    έχει σημασία, ενδιαφέρει

    э́то не ва́жно — δεν είναι τίποτα το σπουδαίο

    для меня́ о́чень ва́жно... — για μένα έχει σημασία…

    мне ва́жно знать... — το βασικό είναι να ξέρω…

    Русско-греческий словарь > важно

  • 12 значение

    1. (размер величины) η τιμή
    принимать - λαμβάνω την -, δέχομαι την -
    главное - κύρια -,
    действующее - см. среднеквадратичное -
    истинное - (стат.
    мат.) πραγματική -
    стационарное - см. установившееся -
    характерное - αντιπροσωπευτική -, χαρακτηριστική -
    2. (важность) η σημασία, η σπουδαιότητα 3. (смысл, содержание) η έννοια, το νόημα
    двоякое - διπλή -, διφορούμενη -
    переносное - слова лингв. η μεταφορική σημασία της λέξης
    прямое - слова лингв. η κύρια σημασία της λέξης, η κυριολεξία

    Русско-греческий словарь научных и технических терминов > значение

  • 13 по...

    πρόθεμα
    I
    Χρησιμοποιείται για το σχηματισμό ρημάτων και σημαίνει:
    1. απόκτηση ιδιότητας ή ποιότητας σε μεγάλο ή μικρό βαθμό: побелеть, повзрослеть, подешеветь, покраснеть κλπ.
    2. περιαγωγή της ενέργειας ως το αποτέλεσμα: побрить, погибнуть, посеять.
    3. ενέργεια εκτελούμενη μια φορά: поблагодарить, поглядеть, попросить κλπ.
    4. ενέργεια περιορισμένης διάρκειας: побегать, поговорить, поработать, посидеть κλπ.
    5. αρχή της ενέργειας: побежать, повеять, погнать.
    6. (μόνο από ρ.δ. με επιθέματα «-ыва-» «-ива-» κ. «-ва-») ενέργεια ακαθόριστης διάρκειας ή επανάλειψης: поглядывать, похаживать, почитывать.
    7. ενέργεια μειωμένης έντασης• μικρής ισχύος, επιφανειακού χαρακτήρα: позолотить, помазать, попудрить.
    8. επέκταση της ενέργειας σε όλα ή μερικά αντικείμενα: попадать, помёрзнуть, попрятать.
    9. βαθμιαία ενέργεια: попривыкнуть, понабросать κλπ.. || σχηματίζει ρ.σ. όπως: подарить, пожелать, познакомиться, понравиться, поцеловаться
    II
    Χρησιμοποιείται για το σχηματισμό επιθέτων με σημασία:
    1. κατοπινή της σημασίας της ρίζας του επιθέτου: пореформенный, посмертный.
    2. αντιστοιχία της σημασίας της ρίζας και του προθέματος: посильный, поземельный.
    3. αναφερόμενη για το καθένα από τα αντικείμενα, που υποδείχνει η ρίζα.
    Κατά το σχηματισμό του συγκριτικού βαθμού των επιθέτων και επιρρημάτων μειώνει τη σημασία αυτών: поменьше, помоложе, постарше.
    IV
    Χρησιμοποιείται για το σχηματισμό επιθέτων και ουσιαστικών με σημ. εγγύτητας ή κατά μήκος: поволжский, пограничный, побережье, подорожник.
    V
    Σε συνδυασμό με επίθετα σχηματίζει επιρρήματα τροπικά: по-новому, по-прежнему, по-русски, по-гречески.
    VI
    Σε συνδυασμό με κτητικές αντωνυμίες σχηματίζει επιρρήματα με σημασία αντιστιχούσα με τη γνώμη ή επιθυμία (κάποιου)•

    по-моему, по-твоему, по-своему κ.τ.τ.

    Большой русско-греческий словарь > по...

  • 14 иметь

    иметь в разн. знач. έχω* διαθέτω (располагать) \иметь пра во έχω το δικαίωμα \иметь успех έχω επιτυχία* \иметь значение έχω σημασία \иметь возможность μπορώ, έχω τη δυνατότητα \иметься безл.: имеется ... υπάρ χει... в магазине имеется в продаже ... στο κατάστημα υπάρχει..., το κατάστημα δια θέτει...
    * * *
    в разн. знач.
    έχω;·διαθέτω( располагать)

    име́ть пра́во — έχω το δικαίωμα

    име́ть успе́х — έχω επιτυχία

    име́ть значе́ние — έχω σημασία

    име́ть возмо́жность — μπορώ, έχω τη δυνατότητα

    Русско-греческий словарь > иметь

  • 15 неважно

    неважно 1. нареч. (не совсем хорошо) όχι καλά, άσχημα· чувствовать себя \неважно δεν αισθάνομαι και τόσο καλά 2. лредик. (несущественно): это \неважно αυτό δεν πειράζει, δεν έχει σημασία
    * * *
    1. нареч.
    ( не совсем хорошо) όχι καλά, άσχημα

    чу́вствовать себя́ нева́жно — δεν αισθάνομαι και τόσο καλά

    2. предик.

    э́то нева́жно — αυτό δεν πειράζει, δεν έχει σημασία

    Русско-греческий словарь > неважно

  • 16 смысл

    смысл м 1) η έννοια, το νόημα· η σημασία (значение)' здравый \смысл η λογική* в буквальном \смысле κυριολεχτικά* в каком \смысле? τι εννοείται; 2) (основание) о λόγος, το νόημα* имеет -\смысл... αξίζει να...· в этом нет \смысла δεν έχει κανένα νόημα ◇ в широком \смысле слова με την πλατιά έννοια
    * * *
    м
    1) η έννοια, το νόημα; η σημασία ( значение)

    здра́вый смысл — η λογική

    в буква́льном смысле — κυριολεχτικά

    в како́м смысле? — τι εννοείται

    2) ( основание) ο λόγος, το νόημα

    име́ет смысл... — αξίζει να…

    в э́том нет смысла — δεν έχει κανένα νόημα

    ••

    в широ́ком смысле сло́ва — με την πλατιά έννοια

    Русско-греческий словарь > смысл

  • 17 внимание

    внимани||е
    с
    1. ἡ προσοχή:
    достойный \вниманиея ἀξιοπρόσεκτος, ἀξιοσημείωτος· обращать \внимание δίνω προσοχή, στρέφω τήν προσοχή μου· ре обращайте \вниманиея (на э́то) μή δίνετε σημασία· привлекать чье-л. \вниманиее τραβάω (или ἐπισύρω) τήν προσοχή· принимать во \внимание παίρνω ὑπ' ὀψη· оставлять без \вниманиея что-л. δέν δίνω προσοχή, δέν δίνω σημασία· \внимание1 προσοχή!·
    2. (предупредительность) ἡ φροντίδα, ἡ μέριμνα, ἡ περιποίηση:
    оказывать кому́-л. \вниманиее φροντίζω (или μεριμνώ) γιά κάποιον окружать кого-л. \вниманиеем
    περιβάλλω κάποιον μέ φροντίδα, περιποιούμαι.

    Русско-новогреческий словарь > внимание

  • 18 зиачительно

    зиачи́тельн||о
    нареч
    1. σημαντικά [-ῶς], (κατά)πολύ:
    \зиачительно дороже (κατά)πολύ ἀκριβότερα· его́ здоровье \зиачительно улу́чшилось ἡ ὑγεία του βελτιώθηκε σημαντικά·
    2. (выразительно) μέ σημασία, ἐμφαντικά, ἐκφραστικά:
    \зиачительно посмотреть κυττάζω μέ βλέμμα γεμᾶτο σημασία.

    Русско-новогреческий словарь > зиачительно

  • 19 ничтожный

    ничтож||ный
    прил
    1. (маленький) μηδαμινός:
    \ничтожныйное количество ἡ μηδαμινή ποσότητα·
    2. перен (незначащий) ἀσήμαντος, χωρίς σημασία / τιποτένιος (о человеке):
    \ничтожныйная книжонка βιβλίο χωρίς σημασία.

    Русско-новогреческий словарь > ничтожный

  • 20 смысл

    смысл
    м
    1. ἡ ἐννοια, τό νόημα:
    здравый \смысл ἡ λογική, ὁ κοινός νοῦς· прямой \смысл ἡ κυρία ἔννοια, ἡ κυριολεκτική σημασία· переносный \смысл ἡ μεταφορική σημασία· в буквальном \смысле κυριολεκτικά [-ῶς]· переводить по \смыслу μεταφράζω κατ' ἐν-νοιαν в этом нет никакого \смысла αὐτό δέν ἔχει κανένα νόημα·
    2. (основание) ὁ λόγος, τό νόημα:
    нет \смысла туда идти δέν ὑπάρχει λόγος νά πάει κανείς ἐκεΐ· ◊ в широком \смысле μέ τήν πλατειά ἔννοια, μέ τήν εὐρεϊαν σημασίαν в полном \смысле этого слова μέ ὅλην τήν σημασίαν τής λέξεως.

    Русско-новогреческий словарь > смысл

См. также в других словарях:

  • σημασία — σημασίᾱ , σημασία the giving a signal fem nom/voc/acc dual σημασίᾱ , σημασία the giving a signal fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημασίᾳ — σημασίᾱͅ , σημασία the giving a signal fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημασία — η, ΝΜΑ αυτό που σημαίνει μια λέξη, φράση, πράξη ή ενέργεια, το νόημά της, το περιεχόμενό της (α. «η σημασία τής λέξης σημάντωρ» β. «δεν κατάλαβα τη σημασία τής τελευταίας του φράσης» γ. «αἱ πράξεις ἤθους σημασία ἐστίν», Αριστοτ.) νεοελλ. 1. η… …   Dictionary of Greek

  • σημασία — η 1. έννοια, νόημα: Αυτή ή λέξη έχει πολλές σημασίες. – Λίγοι κατάλαβαν τη σημασία της κυβερνητικής ανακοίνωσης. 2. σπουδαιότητα: Αποκτώ μεγάλη σημασία. – Έχει εξαιρετική σημασία. 3. φρ., «Δεν του δίνω σημασία», δεν τον υπολογίζω· «Σημασία δε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σημασίας — σημασίᾱς , σημασία the giving a signal fem acc pl σημασίᾱς , σημασία the giving a signal fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημασίαι — σημασίᾱͅ , σημασία the giving a signal fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημασίαν — σημασίᾱν , σημασία the giving a signal fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημασιῶν — σημασία the giving a signal fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημασίαις — σημασία the giving a signal fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημασίην — σημασία the giving a signal fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημασίης — σημασία the giving a signal fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»